γαμοκλόπος

γᾰμο-κλόπος, ον, ([etym.] κλέπτω)
A adulterous, AP9.475, Tryph.45, Nonn.D.3.377, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαμοκλόπος — γαμοκλόπος, ο (AM) 1. ο μοιχός 2. αυτός που ταιριάζει σε μοιχό. [ΕΤΥΜΟΛ. < γάμος + κλοπος < κλέπτω] …   Dictionary of Greek

  • γαμοκλόπος — adulterous masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαμοκλόπον — γαμοκλόπος adulterous masc/fem acc sg γαμοκλόπος adulterous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek

  • γαμοκλοπία — γαμοκλοπία, η (Α) [γαμοκλόπος] η μοιχεία …   Dictionary of Greek

  • γαμοκλοπώ — γαμοκλοπῶ ( έω) (Α) [γαμοκλόπος] μοιχεύω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.